Εδώ θα ιστορήσο πως περιήλθε η πολεμική Σημαία του ηρωϊκού 5ου Πεζικού Συντάγματος σε μένα, ως και τι έκανα εγώ να διασώσω ταύτην από τα στρατεύματα κατοχής.
Όταν η Γερμανία κύρηξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδος την 6η Απριλίου 1941 βρέθηκα να υπηρετώ ως υπεύθυνος διαχειριστής καυσίμου ύλης του Κέντρου Ανεφοδιασμού Κορυτσάς. Οπότε την 12ην Απριλίου ημέρα Σάββατο και ώρα 7.00 μ.μ. με αυτοκίνητο του τάγματος να βρεθώ στα Γιάννενα στις 14 Απριλίου 1941 Μεγάλη Δευτέρα και στις 17 Απριλίου 1941 Μεγάλη Πέμπτη ήρθε και η διοίκηση του τάγματος μαζί και ο λόχος που υπηρετούσα εγώ.
Εκεί ο διοικητής του λόχου Ανθ/γός Λάμπρου μου λέει όπως ήρθα από την Κορυτσά να πηγαίνω στην Πρέβεζα αυτή είναι διαταγή του τάγματος που πορεία θάρθουν και οι λόχοι.
Την επόμενη 18 Απριλίου 1941 ήρθε και η διοίκηση του Συν/τός με διοικητή τον αείμνηστο Συν/ρχη Νικόλαο Γεωργούλα.
Εκεί εγώ συνάντησα και το φίλο μου στρατιωτικό γιατρό Βασίλειο Κλιάφα για να μου πη καλά που σε βρήκα, γιατί ο διοικητής μας μου είπε ότι, εν όψει διαλύσεως του Συντ/τος και επειδή είμαι από ορεινή περιοχή να παραλάβω να διαφυλάξω την πολεμική Σημαία του Συντάγματος, το αρχείο και τα προσωπικά του αντικείμενα: πιστόλι, κυάλια και ξίφος από τα στρατεύματα κατοχής έως ότου η πατρίδα μας ελευθερωθή.
Αλλά εγώ Νίκο δυσκολεύομαι να τα διαφυλάξω, γιατί στο χωριό μου δεν είναι κανένας κάτοικος να βοηθηθώ, έτσι θα αναλάβης εσύ τη φύλαξη των, του λέω και βέβαια, αλλά ο διοικητής και εσύ ποιά πορεία θα ακολουθήσετε, θα πάμε στο Μέτσοβο και από εκεί στο απέναντι χωριό Ανθοχώρι, θα φτάσουμε στον αυχένα του Μαντραχότζα, προχωρώντας θα φτάσουμε στα χωριά μας. Ναι του λέω, αλλά εγώ πήρα διαταγή να πηγαίνω στην Πρέβεζα.
Τότε εσύ εάν περάσης πρώτος από το χωριό μου θα τα παραδώσης στον πατέρα μου που καλά γνωρίζεσθε.
Εάν πηγαίνω εγώ θα σε περιμένω εκεί, ο γιατρός πήγε τα παρέδωσε στον πατέρα μου και μετά της αυτοδιαλύσεως και του λόχου που υπηρετούσα έφτασα και εγώ στο χωριό μου όπου και τα βρήκα μετά μαζί με τον πατέρα μου το κασελάκι με το αρχείο, το πιστόλι και τα κυάλια, τα τοποθετήσαμε σε ένα ξύλινο κιβώτιο στην αποθήκη, το ξίφος κάτω από ένα στρώμα με ροκόφυλα και τη Σημαία σε ένα από τα δυο μπαούλα που είχε το προικιό ρουχισμού η αδερφή μου.
Ο πατέρας μου πέθανε στις 24 Οκτωβρίου 1941 στο χωριό καταγωγής του, τη Μεσοχώρα, γιατί τον είχαμε μεταφέρη εκεί γιατί είχει δυο καλούς γιατρούς.
Όταν επιστρέψαμε στο χωριό μας Καλλιρρόη μαζί με την μητέρα μου και επειδή εγώ είχα απουσιάσει από το χωριό, κοίταξα εκεί στο κιβώτιο στην αποθήκη δεν υπήρχε το κασελάκι μα ούτε και το πιστόλι με τα κυάλια.
Τότε ρώτησα τη μητέρα μου τι έγιναν, για να μου πη όταν απουσίαζα, πήγαν δυο άνδρες και είπαν στον πατέρα σου ότι ήταν αξιωματικοί και τους έστειλε ο Διοικητής να πάρουν τα πράγματα και τους τα έδωσε.
Από την Άνοιξη του 1942 άρχισαν οι Ιταλοί να με πιέζουν να τους παραδώσω τη Σημαία γιατί δικός σου άνθρωπος τους είχε καταδώση ότι την είχα σε μπαούλο στο σπίτι, αλλά στις 2 Οκτωβρίου 1942 ευρισκόμενος σε ένα φιλικό σπίτι μακρυά από το δικό μου είδα νάρχονται Ιταλοί, τότε εγώ προσέτρεξα μην τυχόν κάνουν έρευνα, αλλά όταν έφτασα στην αυλόπορτα οι Ιταλοί που είχαν φτάση γρηγορότερα στα 70 μέτρα είχαν στήση στο έδαφος ένα οπλοπολυβόλο, στραμένη την κάνη προς το σπίτι μου και ο λοχαγός με τα κυάλια παρακολουθούσε κάθε κίνηση.
Εγώ τότε δεν προχώρησα να παω σπίτι, αλλά από εκεί φώναξα τη μητέρα μου να ζώση τη Σημαία, κάτω από το φαρδύ της φόρεμα μην τυχόν οι Ιταλοί κάνουν έρευνα.
Δεν βρήκαν ούτε το ξίφος του Συν/ρχου που ήταν στον πυθμένα του μπαούλου γιατί με σταμάτησαν πριν φτάσω εκεί, μετά με πήγαν στο λοχαγό και του πάνε ότι δεν βρέθηκε τίποτε, ο οποίος προσπάθησε να με ξυλοφορτώση αλλά με θαραλέα στάση μου και επεμβαίνοντα ενός άλλου που γνώριζε πολύ ελληνικά, ο οποίος απευθυνόμενος σε μένα μου είπε να τα παραδώσω γιατί μου είναι άχρηστα.
Εγώ συνεχώς προέβαλα άρνηση, ο λοχαγός τότε διέταξε να μου φορέσουν χειροπέδες και να με πάρουν ως όμηρο για την Καλαμπάκα για να με στείλουν στην Ιταλία.
Δεν το έπραξε γιατί ο Ελληνομαθής είχε άλλη άποψη για να τους τα φέρω στην Καλαμπάκα σε λίγες μέρες.


















